Το BBC τα μίσησε, η αμερικανική νεολαία τα λάτρεψε, οι deejays τα έπαιζαν ασταμάτητα, και ο κόσμος τα οδήγησε στο νούμερο 1 των charts. Μακάβριες ιστορίες για έφηβους εραστές γεμάτες ανατριχίλα και θάνατο κατέκτησαν τον κόσμο για λίγα χρόνια από τα τέλη του 1950 μέχρι τα μέσα του 1960.
Αυτή είναι η ιστορία των “death discs”.

Τη δεκαετία του 1950, η νεαρή γενιά της μεταπολεμικής Αμερικής ανακάλυπτε πως δεν χωρούσε στις νοοτροπίες και τις ιδέες περί ηθικής με τις οποίες είχαν γαλουχηθεί οι προηγούμενες και αναζητούσε διεξόδους για να διοχετεύσει την οργή της. Τα αυτοκίνητα και οι μηχανές απέκτησαν πρώτη θέση στην καρδιά των νέων ενώ το rock ‘n’ roll γινόταν ο ήχος της εποχής.

1

Σύντομα ο κινηματογράφος έστρεψε την προσοχή του σε αυτή την άγνωστη νεολαία και το 1953 την έφερε στο προσκήνιο με την ταινία “The Wild One” στην οποία πρωταγωνιστούσε το απόλυτο αστέρι της εποχής, Marlon Brando, στο ρόλο του αρχηγού των Black Rebels, μιας συμμορίας μηχανόβιων που τρομοκρατεί τους κατοίκους μίας μικρής πόλης. Η κοινωνία έπαθε άμεσο πανικό μπροστά στην παραβατικότητα και την αντικοινωνική συμπεριφορά που παρουσίαζε η ταινία και στην οποία επιδιδόταν η νεολαία της εποχής, για την οποία το δερμάτινο τζάκετ έγινε σύμβολο της επανάστασης και του αντικομφορμισμού. Η συναισθηματική κατάσταση πίσω από αυτή τη συμπεριφορά μετουσιώθηκε ιδανικά στην εικόνα του James Dean, ο οποίος συστήθηκε το 1955 με την ταινία “Επαναστάτης Χωρίς Αιτία” και έδειξε πως τα πράγματα ήταν σοβαρά. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας δεν ήταν ένα φτωχικό αγόρι του περιθωρίου αλλά ένας νεαρός από πλούσια οικογένεια, όμορφος, μορφωμένος και με καλούς τρόπους, ο οποίος απέδειξε πως το χάσμα της γενιάς του με αυτήν των γονιών του ήταν αγεφύρωτο.

2

Η μουσική δεν άργησε να ακολουθήσει παρόμοια θεματική. Ηταν η περίοδος που το rock ‘n’ roll μεσουρανούσε, ενώ μεγάλο comeback έκανε και η folk. Σε αυτά τα πλαίσια, το μουσικό δίδυμο των Jerry Leiber και Mike Stoller, δημιουργοί μεταξύ άλλων των θρυλικών τραγουδιών “Jailhouse Rock” και “Stand By Me”, έγραψε το τραγούδι “Black Denim Trousers and Motorcycle Boots”, το οποίο ηχογράφησαν οι Cheers το 1955. Αφηγείται την ιστορία ενός γκαραζότεκνου ο οποίος χαρακτηρίζεται ως ο «τρόμος της λεωφόρου 101» και παραμελεί την ομορφούλα Mary Loo για χάρη της μηχανής του. Ενα βράδυ, η Mary Loo τον παρακαλεί να μη βγει έξω γιατί αισθάνεται ότι «απόψε θα θρηνήσει». Αυτός όμως, επειδή είναι παραβατικός τύπος, την αγνοεί και τρακάρει με μια νταλίκα, και το τελευταίο κουπλέ του τραγουδιού λέει πως το μόνο που βρήκε η αστυνομία ήταν το μαύρο δερμάτινο τζάκετ με τον αετό στην πλάτη και τις μπότες του. Το κομμάτι θα είχε περάσει στη λήθη αν δεν έπεφτε πάνω σε μια απίστευτα τραγική συγκυρία, όταν στις 30 Σεπτεμβρίου 1955, μόλις μία εβδομάδα μετά την κυκλοφορία του, ο James Dean τράκαρε με την Πόρσε του και πέθανε σε ηλικία 24 ετών. Οι DJ για να πιάσουν το συναίσθημα της απόγνωσης για την απώλεια του συμβόλου της εποχής, ανακάλυψαν το εν λόγω κομμάτι και το έφεραν στην κορυφή των αμερικανικών charts. Και κάπως έτσι, το “Black Denim Trousers and Motorcycle Boots”, εκτός από το πρώτο κομμάτι που μιλούσε για μηχανόβιους, έγινε το πρώτο σε μία σειρά τραγουδιών που ονομάστηκαν “death discs”.

Το “death discs” ήταν ο όρος με τον οποίο έγιναν γνωστά στη Βρετανία. Στην Αμερική, οι DJ τα χαρακτήρισαν με πιο γλαφυρούς όρους, όπως “tear jerkers”, “teenage tragedies” και “splatter platters”. Πρόκειται για μπαλάντες που ακολουθούν τη λογική της folk αφήγησης και παρουσιάζουν ιστορίες με έφηβους εραστές όπου το ένα μέλος βρίσκει τραγικό θάνατο και το έτερο δηλώνει την αθάνατη αγάπη που θα συνεχίσει να νιώθει εσαεί. Η αιώνια αφοσίωση, η απόγνωση μπροστά στον απαγορευμένο έρωτα, και η γονική απροθυμία και επίκριση, μίλησαν κατευθείαν στην καρδιά των εφήβων της εποχής που μπορούσαν να ταυτίσουν τις ιστορίες των τραγουδιών με τις δικές τους ζωές. Τα death discs έγιναν ένα κερδοφόρο πλην μακάβριο trend που ενώ δεν επρόκειτο για κανένα είδος αξιοπρεπούς στιχουργικής γραφής, ήταν εμποτισμένο με αρκετό μελόδραμα ώστε να κρατηθεί στην κορυφή των charts για μια δεκαετία. Χρειάστηκε όμως άλλη μια διετία για να φτάσει μέχρι εκεί.

Οπως κάθε πράγμα που κάνει πρωτοφανή επιτυχία στο χώρο της διασκέδασης, βρέθηκαν αμέσως αμέτρητοι καλοθελητές για να το μιμηθούν. Σκεφτείτε κάτι αντίστοιχο με την «Καραγιάννης-Καρατζόπουλος» πάνω στη συνταγή της Finos Film. Το 1958 εμφανίστηκε το “Endless Sleep”, ένα μάλλον αλλόκοτο τραγούδι του Jody Reynolds με στίχους φρικιαστικής εναλλαγής που θα ζήλευε και ο Lovecraft, στο οποίο δυο εραστές τσακώνονται τόσο πολύ που η κοπέλα τρέχει στη θάλασσα και πνίγεται. Οι δισκογραφικές βρήκαν το κομμάτι τόσο αθλιωδώς μίζερο που απαίτησαν να αλλαχτούν οι στίχοι και τελικά το αγόρι να σώζει την κοπέλα από τον πνιγμό. Πώς αντέδρασαν οι ραδιοφωνικοί ακροατές; Το οδήγησαν στην κορυφή.

Δεδομένης της εποχής, το ότι τα τραγούδια θα περιείχαν αυτοκίνητα, μηχανές και κακά παιδιά ήταν δεδομένο. Και επειδή η μοίρα ήθελε τα death discs οπωσδήποτε να επιτύχουν, έπεσαν πάλι πάνω σε μια απίστευτα τραγική συγκυρία. Στις 3 Φεβρουαρίου 1959, που έμεινε στην ιστορία ως «η μέρα που πέθανε η μουσική», το αεροπλάνο που μετέφερε τους μουσικούς Buddy Holly, Ritchie Valens και J.P. Richardson συνετρίβη με αποτέλεσμα τον θάνατό τους, και το πρώτο κομμάτι που εξαργύρωσε το γεγονός ήταν το “Teen Angel” του Mark Dinning που όρισε τα νέα tropes των death discs. Σε μία αντιστοιχία με αυτή της κινηματογραφικής εξέλιξης, οι πρωταγωνιστές των ιστοριών δεν ήταν παραβατικοί νεανίες αλλά τα καλά παιδιά, το μέλλον της Αμερικής.

To “Teen Angel” ξεκινά με τον αισιόδοξο στίχο «Εκείνη τη μοιραία νύχτα το αμάξι ήταν κολλημένο πάνω στις ράγες του τρένου». Το ζευγάρι κατορθώνει να βγει από το αυτοκίνητο αλλά η κοπέλα γυρίζει τρέχοντας στο αμάξι χωρίς να προλάβει να ξαναβγεί και την πατάει το τρένο. Οταν το αγόρι πηγαίνει να αγκαλιάσει το πτώμα, βλέπει γραπωμένο στα χέρια της το δαχτυλίδι τους, το οποίο γύρισε να πάρει. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο, ίδιον με αυτόν που έκανε επιτυχίες τις ταινίες του Νίκου Ξανθόπουλου, το τραγούδι έφτασε στο νούμερο 1 των charts, έμεινε εκεί για δυο εβδομάδες, και πούλησε 3,5 εκατομμύρια δίσκους. Για να ολοκληρωθεί η ευτυχία, το τραγούδι κλείνει με τους στίχους «Δεν θα φιλήσω ποτέ ξανά τα χείλη σου / Σήμερα σε θάψανε». Το τραγούδι έκανε τόσο πάταγο ώστε το 1973 συμπεριλήφθηκε στην ταινία “American Graffiti” του George Lucas που εκτυλίσσεται εκείνη την περίοδο, σαν χαρακτηριστική επιτυχία της εποχής.

Ελάχιστα death discs έχουν αντέξει στο χρόνο αλλά αν πρέπει να διαλέξουμε ένα που επιζεί μέχρι σήμερα αυτό είναι το “Tell Laura I Love Her”. Το είπε σε πρώτη εκτέλεση ο Ray Peterson το 1960 και γράφτηκε με σκοπό να πατήσει πάνω στην επιτυχία του “Teen Angel”. Αφηγείται την τραγική ιστορία του φτωχού Τόμι που παίρνει μέρος σε έναν αυτοκινητιστικό αγώνα δρόμου για να κερδίσει το έπαθλο και να πάρει δαχτυλίδι γάμου στην αγαπημένη τού Λόρα. Το όχημα ανατρέπεται, τυλίγεται στις φλόγες, και οι τελευταίες λέξεις του Τόμι είναι «Πείτε στη Λόρα ότι την αγαπάω». Στο τελικό κουπλέ, η Λόρα προσεύχεται στο παρεκκλήσι υπό τους ήχους εκκλησιαστικού οργάνου όπου, όπως λέει, ακούει τη φωνή του Τόμι να λέει τον τίτλο του τραγουδιού. Το τραγούδι οδήγησε τα death discs στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, στην Αγγλία, όπου μέχρι στιγμής κανένα δεν είχε κάνει ιδιαίτερη επιτυχία. Εκεί, η δισκογραφική αποφάσισε να επανα-ηχογραφήσει το τραγούδι με τον Ricky Valance και η εκτέλεσή του έφτασε στο νούμερο 1 των βρετανικών charts. Σε αυτό το χρονικό σημείο, τα death discs είχαν γίνει τόσο μεγάλη μόδα που είχαν βγει τα λεγόμενα “answer songs”, που στην ουσία ήταν μουσικά τα ίδια τραγούδια αλλά με νέους, κατώτατης ποιότητας, στίχους που αφηγούνται την ίδια ιστορία από τη μεριά του νεκρού. Ενα τέτοιο answer song απέκτησε την ίδια χρονιά το “Tell Laura I Love Her”, με τον τίτλο “Tell Tommy I Miss Him”.

Η τρέλα των death discs δεν άργησε να επηρεάσει και διάσημα συγκροτήματα. Οι Everly Brothers, δημιουργοί τεράστιων επιτυχιών που επηρέασαν καθοριστικά τους Simon & Garfunkel και τους Beatles, εκτέλεσαν το 1961 το “Ebony Eyes” και την ιστορία ενός νεαρού που περιμένει στο αεροδρόμιο για να προσγειωθεί η αγαπημένη του με την πτήση 1203 και να της κάνει πρόταση γάμου, για να μάθει εν τέλει ότι το αεροπλάνο συνετρίβη και οι ουρανοί πήραν για πάντα τα ‘εβένινα μάτια’ του. Οπως είχε γίνει και με προηγούμενα death discs, το BBC είχε απαγορεύσει την μετάδοσή του καθώς τα θεωρούσε όλα ελεεινά και τρισάθλια σκουπίδια. Το τραγούδι φυσικά παίχτηκε σε άλλους ραδιοφωνικούς σταθμούς και έφτασε κι αυτό στο νούμερο 1.

Το πρώτο death disc που δημιουργήθηκε σε βρετανικό έδαφος ήταν το “Johnny Remember Me” και πρόκειται ίσως για το πιο ανατριχιαστικό απ’ όλα. Ο John Leyton τραγουδά για μια σκοτεινή, κρύα και υγρή νύχτα μνημονεύοντας την αγαπημένη του που έχασε πριν ένα χρόνο και ακούει στον αέρα τη φωνή της να του λέει «Τζόνι, θυμήσου με», με ένα τριχοσηκωτικό φωνητικό της Lissa Gray. Ο Robert Stigwood, μάνατζερ του John Leyton και μετέπειτα των Bee Gees, για να προμοτάρει το τραγούδι, κανόνισε για τον Leyton να το εκτελέσει στη σειρά του βρετανικού καναλιού ITV, “Harpers West One”, συγκεντρώνοντας έτσι 12 εκατομμύρια θεατές. Το τραγούδι έφτασε στο νούμερο 1 των charts και έμεινε εκεί για ένα μήνα.

Η τρέλα των death discs έφτασε στο απόγειό της με το “Leader of the Pack”, ένα τραγούδι του pop girl-band, The Shangri-Las, που κυκλοφόρησε το 1964 και το οποίο επανέφερε το μοτίβο του αλητόβιου μηχανόβιου, τον οποίο και ερωτεύεται η κοπέλα-αφηγήτρια παρά την απαγόρευση των γονιών της, καθώς «ήξερε ότι ήταν κακός αλλά είχε αυτό το κάτι θλιμμένο». Το τραγούδι πάει την παραστατικότητα της αφήγησης ένα επίπεδο παραπάνω, όλα είναι πιο ζωντανά, ο ήχος πιο έντονος, περιέχει και ηχητικά εφέ, αλλά δεν αποφεύγει όλα τα κλισέ. Οταν η κοπέλα, μετά από διαταγή του πατέρα της, λέει στον ‘αρχηγό της αγέλης’ να χωρίσουνε, τότε αυτός χαμογελάει κουτσά, της δίνει το φιλί του αποχωρισμού, ένα δάκρυ φαίνεται στα μάτια του και καβαλά τη μηχανή του για να τρακάρει αμέσως μετά.

Για λόγους που πιστεύω είναι αρκετά ευνόητοι, τα death discs γνώρισαν ανελέητη σάτιρα την ίδια κιόλας περίοδο που κατακτούσαν τα ραδιοφωνικά charts. Ηδη το 1960, ο Αμερικανός rockabilly τραγουδιστής Bob Luman έβγαλε το τραγούδι “Let’s Think About Living” («Ας σκεφτούμε και λίγο να ζήσουμε») ενώ σαν άμεση παρωδία του “Leader of the Pack”, κυκλοφόρησε το 1964 το “Leader of the Laundromat”. Το αστείο εδώ είναι στο όνομα του συγκροτήματος που ήταν “The Detergents”. Η “Lucinda” του Randy Newman μιλά για μια κοπέλα που την παίρνει ο ύπνος στην παραλία και θάβεται στην άμμο από ένα όχημα καθαρισμού. Μέχρι και ο Brian De Palma τα σατίρισε στην μιούζικαλ-ταινία του, «Phantom of the Paradise”, με το τραγούδι “Goodbye Eddie Goodbye” που γράφτηκε ειδικά για αυτήν από τον Paul Williams.

Η μόδα των death discs έσβησε γρήγορα το 1965, όπως και τόσες άλλες, με την επονομαζόμενη «επέλαση των Βρετανών», όταν πλήθος από βρετανικά pop και rock συγκροτήματα όπως οι Beatles, οι Rolling Stones, οι Who, και οι Animals, κατέκτησαν όλο τον κόσμο με τη μουσική τους. Πλέον η ποπ κουλτούρα ήθελε χαρούμενα και ανεβαστικά τραγούδια και όχι θρήνους για νεκρούς εραστές. Κάποια death discs έκαναν σποραδικές εμφανίσεις αλλά τα περισσότερα ήταν χείριστης ποιότητας και η ταφόπλακα μπήκε οριστικά το 1978 με το πανάθλιο τραγούδι του Paul Evans, “Hello, this is Joanie”, το οποίο μιλά για έναν άντρα που παίρνει συνεχώς την αγαπημένη του τηλέφωνο μετά από έναν άγριο καυγά και βγαίνει συνέχεια τηλεφωνητής, και κάθε φορά που της τηλεφωνεί, εμείς είμαστε αναγκασμένοι να ακούμε το ρεφρέν του τραγουδιού που είναι η χαζοχαρούμενη φωνή της Joanie να λέει ότι «δεν είμαι σπίτι αλλά αν αφήσετε το όνομα και το νούμερό σας, υπόσχομαι να σας καλέσω». Plot twist (not), η Joanie ποτέ δεν τηλεφωνεί γιατί προτού προλάβει να φτάσει σπίτι έχει πεθάνει σε κάποιο ατύχημα. Με κάποιο τρόπο, το κομμάτι έφτασε στο νούμερο 6 των βρετανικών charts.

Αυτή ήταν η ιστορία των death discs. Και να θυμάστε, αν πλακωθείτε κι εσείς με τον/την αγαπημένο/η σας, μην τον/την αφήσετε να φύγει γιατί μπορεί να συμβεί κάτι τραγικό και μετά θα ακούτε το πνεύμα του να σας καλεί εις τον αιώνα τον άπαντα.

Ορέστης Μαλτέζος

Μοιρασθείτε το: