Ο Al Pacino έγινε 80 χρονών και είναι η ιδανική ευκαιρία για εμάς στο Punked να κάνουμε μια αναδρομή στη ζωή και την καριέρα του ηθοποιού-θρύλου μέσα από τους σπουδαιότερους ρόλους που έχει ερμηνεύσει στη μεγάλη οθόνη.

Για όσους ξέρουν τους Νεοϋορκέζους, ο Al Pacino είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των ανθρώπων που γεννάει αυτή η πόλη, και ειδικά το Μπρονξ, στους δρόμους του οποίου κυκλοφορούσε και ανατράφηκε ο μοναχογιός ενός αποτυχημένου ασφαλιστή, από τη σερβιτόρα μητέρα και τους υπερπροστατευτικούς παππούδες του, μετά την εγκατάλειψη από τον πατέρα του σε ηλικία επτά ετών. Οι αβλαβείς μικροαπατεωνιές των δρόμων που ήταν χαρακτηριστικές για κάθε αγόρι που επιβίωνε στο Μπρονξ του 1950, κράτησαν τον Al μακριά από τα μαθήματα, το ενδιαφέρον του όμως είχε στραφεί ήδη στην υποκριτική, αναπαριστώντας για τη γιαγιά του τους χαρακτήρες που έβλεπε στο σινεμά και παίρνοντας μέρος σε σχολικές παραστάσεις. Στα 14 πήρε για πρώτη φορά μέρος σε ένα ανέβασμα του “Γλάρου” του Αντον Τσέχοφ σε ένα θέατρο του Μπρονξ, και αποφάσισε να γραφτεί στο High School of the Performing Arts, το οποίο παράτησε δύο χρόνια αργότερα αφού η ακαδημαϊκή μελέτη της αγαπημένης του τέχνης δεν ανταποκρινόταν στο ενδιαφέρον του. Μια σειρά από δουλειές του ποδαριού τον έκαναν να μαζέψει αρκετά χρήματα ώστε να γραφτεί στο Herbert Berghof Studio όπου εκπαιδεύτηκε στην υποκριτική από τον μέγα Charles Laughton, και μετά από μια σειρά off-Broadway παραστάσεων, κατάφερε να γίνει δεκτός στο Actors Studio όπου διδάχτηκε την περίφημη Μέθοδο. Οι αποθεωτικοί έπαινοι που συγκέντρωνε σταθερά από τους κριτικούς τον οδήγησαν το 1969 στην πρώτη του εμφάνιση στο Broadway και παρότι η παράσταση κατέβηκε μετά από μόλις 39 παραστάσεις, ο Al Pacino κέρδισε το πρώτο του βραβείο Tony και αποφάσισε να κάνει το βήμα προς μια κινηματογραφική καριέρα.


Πανικός στο Νιντλ Παρκ | The Panic in Needle Park (1971)

1Μετά από μία σύντομη εμφάνιση στην ταινία “Me, Natalie”, ο Al Pacino συγκέντρωσε πάνω του τα βλέμματα των κινηματογραφικών θεατών δίνοντας μια συνταρακτικά εκρηκτική ερμηνεία στο ρόλο ενός ηρωινομανή που συχνάζει στο επονομαζόμενο ‘Πάρκο της Βελόνας’ στη Νέα Υόρκη, ρόλο για τον οποίο προηγουμένως είχε περάσει από ακρόαση ο επίσης ανερχόμενος τότε Robert De Niro. Ο Pacino και η συμπρωταγωνίστριά του, η επίσης πρωτοεμφανιζόμενη Kitty Winn, έκαναν ενδελεχή έρευνα πάνω στη συμπεριφορά των ηρωινομανών σε κέντρα παροχής μεθαδόνης και συχνάζοντας σε στέκια με βαποράκια. Η σκληρή απεικόνιση της χρήσης ναρκωτικών έκανε την ταινία να απαγορευτεί στην Αγγλία για τέσσερα χρόνια ενώ η ωμή και ρεαλιστική ματιά της έκανε τον Keith Richards να εκφράσει την απορία του στον σκηνοθέτη πώς κατάφερε να τη γυρίσει χωρίς ο ίδιος να είναι χρήστης. Δώδεκα λεπτά προβολής υλικού από τα γυρίσματα της ταινίας ήταν αρκετά για να κάνουν τον Francis Ford Coppola να σηκώσει το τηλέφωνο και προσφέρει στον Al τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μάικλ Κορλεόνε στον “Νονό”. Και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.


Ο Νόνος | The Godfather (1972)
«Ο Φράνσις ήξερε ότι μπορώ να παίξω τον ρόλο. Κι εγώ το ήξερα. Αλλά μου ζήταγε να περνάω από ακρόαση ξανά και ξανά και ξανά. Δεν ήθελα να πάω. Δεν πηγαίνω όπου δεν είμαι καλοδεχούμενος. Μόλις πήρα τον ρόλο, ξυπνούσα στις τέσσερις και στις πέντε το πρωί, πήγαινα στην κουζίνα, και δεν μπορούσα να βγάλω τον Μάικλ Κορλεόνε από το μυαλό μου».

Ε11χοντας γίνει η πέτρα του σκανδάλου για έναν από τους μεγαλύτερους τσακωμούς του Χόλιγουντ, μεταξύ του σκηνοθέτη Francis Ford Coppola και του παραγωγού της Paramount, Robert Evans, για το αν θα παίξει ή όχι ο Al Pacino στην ταινία, ο Al όχι μόνο έπαιξε αλλά γνώρισε μέσα σε μια νύχτα μια εξωπραγματική δόξα, κερδίζοντας την πρώτη του από ένα μοναδικό σερί τεσσάρων απανωτών υποψηφιοτήτων για Oscar. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για τον πιτσιρικά ηθοποιό που κατάφερε να σταθεί δίπλα σε ερμηνευτικά θηρία όπως ο Marlon Brando και ο Robert Duvall; Που απέδωσε με τέτοιο ερμηνευτικό μεγαλείο τον αθώο απόγονο του μεγάλου Νονού που μέσα σε μια νύχτα παίρνει τη θέση και την ιδιοσυγκρασία του πατέρα του; Ποιος άλλος θα μπορούσε να προσφέρει την αξέχαστη στιγμή όπου μπαίνει στην τουαλέτα παιδί και βγαίνει δολοφόνος; Τα οικονομικά του εκείνη την περίοδο ήταν τόσο άθλια που τα 35.000 δολάρια που αμείφθηκε για την ταινία φύγανε όλα για αποπληρωμή χρεών. Η πόρτα όμως ήταν πλέον ανοιχτή για μια σειρά από σπουδαίους ρόλους που διαρκεί μέχρι σήμερα και ο ίδιος είχε γίνει ήδη ιερό εικόνισμα μιας γενιάς που αναζητούσε μονομανώς για –σχεδόν πάντα λάθος– πρότυπα.


Serpico (1973)
«Είναι εντελώς ανίκανος να κάνει οτιδήποτε ψεύτικο. Αν η δουλειά μιας ημέρας απαιτούσε έναν ψυχασθενή, ήταν ψυχασθενής όλη μέρα». – Sidney Lumet

2

Αμέσως μετά τη σαρωτική επιτυχία του “Νονού”, ο Al Pacino απέδειξε πως δεν είναι διάττοντας αστέρας και εδραίωσε τη φήμη του ερμηνεύοντας τον Φρανκ Σέρπικο, τον αληθινό αστυνομικό που ξεσκέπασε τη διαφθορά που επικρατούσε εκείνη την περίοδο μέσα στην αστυνομία της Νέας Υόρκης. Βουτώντας στη γεμάτη ένταση βαθιά συγκέντρωση για την οποία έγινε γνωστός ανάμεσα στους συνεργάτες του, ο Pacino γινόταν ο Σέρπικο ακόμα και στην καθημερινή του ζωή, φτάνοντας στο σημείο μια φορά να σταματήσει έναν φορτηγατζή και να τον απειλήσει ότι θα τον συλλάβει επειδή το όχημά του έβγαζε υπερβολικούς ρύπους, ενώ πέρασε ένα μεγάλο διάστημα πριν τα γυρίσματα με τον πραγματικό Σέρπικο, τον οποίο και φιλοξένησε στο σπίτι του. Ολη αυτή η διαδικασία απέδωσε τα βέλτιστα, με τον Pacino να κατοικεί ολοκληρωτικά μέσα στον χαρακτήρα του Σέρπικο δίνοντας μια από τις πιο στοιχειωμένες ερμηνείες του, την οποία ο ίδιος θεωρεί ως το μεγαλύτερο υποκριτικό του επίτευγμα σε όλη του την καριέρα.


Ο Νονός: Μέρος 2 | The Godfather: Part 2 (1974)
«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, μέχρι το τέλος του “Νονού 2”, ο Μάικλ Κορλεόνε, έχοντας νικήσει τους πάντες, κάθεται εκεί μόνος του, ένα ζωντανό πτώμα. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα αυτός ο άνθρωπος να αλλάξει ποτέ. Παραδέχομαι πως σκέφτηκα να δώσω μια πιο αισιόδοξη νότα στο τέλος, αλλά η ειλικρίνεια και ο Pacino, δεν με άφησαν να το κάνω». – Francis Ford Coppola

3

Ανηλεής, αδίστακτος, πανούργος και αποφασισμένος, ο Μάικλ Κορλεόνε μοιάζει να μην υπήρξε ποτέ ο άνθρωπος που είδαμε στην αρχή της πρώτης ταινίας. Η εσωτερική πάλη για να κρατήσει έστω και μια στιγμή από τη χαμένη του αθωότητα και κυρίως το παγωμένο του βλέμμα καθώς ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με τον τρόπο που ένας Δον οφείλει να πράξει, μπορεί να χτίστηκαν μαεστρικά ακολουθώντας τη Μέθοδο αλλά οφείλονται στο μεγαλύτερο μέρος τους από το φυσικό ταλέντο του Al Pacino, το οποίο ο ίδιος ονομάζει ‘να πιάνεις τη συνείδηση’. Η ανάγκη του να γνωρίσει κάθε μικροσκοπική πτυχή του ρόλου τον οδήγησε να απειλήσει τον Coppola πως θα αποχωρήσει από την ταινία αν δεν διορθώσει αυτά που ο ίδιος έκρινε ως σοβαρότατα λάθη στην εξέλιξη του σεναρίου, πράγμα που ο Coppola έκανε μέσα σε μια νύχτα προτού του το δώσει για να πάρει την έγκρισή του, αφού ο σεβασμός του για τον Al Pacino ήταν πλέον ολοκληρωτικός.


Σκυλίσια Μέρα | Dog Day Afternoon (1975)
«Ο,τι γυρίσαμε χθες ήταν λάθος. Σβησ’ το. Πέτα το. Ξέρω τι φταίει…»

4

Δυο ώρες ύπνου την ημέρα, ελάχιστο φαγητό και κρύα ντουζ ήταν η πρακτική τακτική του Pacino για να υποδυθεί τον Sonny Wortzik, τον πραγματικό bisexual ληστή που έγινε πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες της Αμερικής όταν μαζί με τη συμμορία του αποπειράθηκε να ληστέψει μια τράπεζα ώστε να μπορέσει να πληρώσει την εγχείρηση αλλαγής φύλου του εραστή του. Οι απροσδόκητες περιπλοκές της ληστείας έγραψαν ιστορία στα αστυνομικά χρονικά της Αμερικής και ο Pacino αντιμετώπισε μια τεράστια πρόκληση στο να υποδυθεί για πρώτη φορά έναν χαρακτήρα με πιο θνητή υπόσταση από αυτούς του Κορλεόνε και του Σέρπικο. Μπορεί οι Times να τον θεωρούσαν «το μεγαλύτερο υποκριτικό ταλέντο του Actors Studio από τον καιρό του Brando», αλλά αυτό δεν είχε την παραμικρή σημασία για τον Pacino που ούτε στιγμή δεν επαναπαύτηκε σε όσα είχε μέχρι στιγμής κατακτήσει. Το πιο χαρακτηριστικό παραλειπόμενο των γυρισμάτων της “Σκυλίσιας Μέρας” ήταν όταν πέρασε μια ολόκληρη νύχτα σκεπτόμενος τον χαρακτήρα προσπαθώντας να βρει τι ήταν αυτό που το ένστικτό του τού έλεγε ότι είχε κάνει λάθος στο γύρισμα της μέρας. Οταν τελικά το βρήκε, ανάγκασε τον σκηνοθέτη να πετάξει όλο το υλικό και να το γυρίσουν από την αρχή. «Ο Σόνι δεν έπρεπε να φορά γυαλιά ηλίου. Κανονικά θα τα φορούσε όπως έκανε κάθε μέρα, αλλά όχι εκείνη. Την ημέρα της ληστείας θα τα είχε ξεχάσει γιατί υποσυνείδητα ήθελε να τον πιάσουν». Κι αν δεν θυμάστε καλά, ο Pacino δεν φοράει γυαλιά σε ολόκληρη τη “Σκυλίσια Μέρα”.


Ο Σημαδεμένος | Scarface (1983)
«Για να παραφράσω τον Νίτσε, ο κύριος Pacino είναι ένα τέρας ενέργειας. Η γλυκύτητά του και ο μεγάλος πόνος που μπορεί να ανάψει και να σβήσει, τον κάνουν ένα ακριβές, έντονο όργανο υποκριτικής». – Oliver Stone

5

Βασισμένοι στην κλασική ομώνυμη ταινία του 1932, ο Oliver Stone και ο Brian De Palma δημιουργούν ένα ακραία παραστατικό, φαντεζί, μαυρόψυχα αστείο και αθεράπευτα λατρεμένο 80s γκανγκστερικό έπος και παρέχουν στον Pacino τρεις ολόκληρες ώρες για να υποδυθεί άλλον έναν χαρακτήρα-αντιήρωα με τεράστιο εσωτερικό ταξίδι, και τον σπουδαιότερο κακό ρόλο που θα μπορούσε να ζητήσει: τον Τόνι Μοντάνα, που ξεκινά σαν ένας μικροαπατεώνας αλήτης στην Κούβα για να καταλήξει ο πιο απόλυτος κυρίαρχος γκάνγκστερ που είδε ποτέ ο κόσμος. Η αστρονομική άνοδος και η αναπότρεπτη πτώση του Τόνι παρουσιάζονται από τον Pacino με μια υποδειγματική μίξη προφοράς, βλεμμάτων και μίας ολοκληρωτικής τρέλας σε ένα κρεσέντο βίας και παράνοιας με αποκορύφωμα μια σκηνή θανάτου που θα ζήλευε κάθε αληθινός γκάνγκστερ που έζησε ποτέ. Αλλά όπως και ο Τόνι Μοντάνα, έτσι και ο Pacino, που είδε ξαφνικά τον εαυτό του να φτάνει τόσο γρήγορα στην κορυφή, ετοιμαζόταν να πέσει απότομα και απρόσμενα.

Μπορεί ο ίδιος να έχει αποκηρύξει δημόσια το “Ψωνιστήρι” από το οποίο βγήκε σχετικά αλώβητος, το μεγαλύτερο κακό όμως στην καριέρα του Pacino ήρθε το 1985 από τη θρυλική αποτυχία που ακούει στο όνομα “Revolution”.
Οι κριτικοί έριξαν ένα θάψιμο άνευ προηγουμένου, το κοινό γύρισε επιδεικτικά την πλάτη κόβοντας ελάχιστα εισιτήρια, και ο πεντάκις υποψήφιος για Οσκαρ Al Pacino βρέθηκε να φιγουράρει στα Χρυσά Βατόμουρα. Η ταινία οδήγησε ολομόναχη ολόκληρη την κινηματογραφική βιομηχανία της Βρετανίας σε οικονομική κρίση για μια ολόκληρη δεκαετία, και ο Pacino, παρότι δεν εγκατέλειψε ποτέ το θέατρο, αφοσιώθηκε αποκλειστικά σε αυτό για πέντε χρόνια.
Αφραγκος και παραγκωνισμένος, βρίσκει καταφύγιο στην τέχνη του και ανεβάζει Σέξπιρ, ερμηνεύοντας ρόλους που θα τον έκαναν, αν όχι καλύτερο ως ηθοποιό απ’ ότι ήδη ήταν, σίγουρα καλύτερο ως άνθρωπο. Οταν επιστρέφει στο σινεμά το 1989, δεν το κάνει με τους όρους ενός πολυαναμενόμενου comeback αλλά ξαναρχίζει από την αρχή, χτίζοντας ταινία-ταινία μία κατασταλαγμένη και νηφάλια επιστροφή στην κορυφή.

Υπόθεση Καρλίτο | Carlito’s Way (1993)
«Ενα από τα πολλά πράγματα που κάνουν τον Pacino τόσο εξαιρετικό ηθοποιό είναι ο τρόπος που κινείται. Κινείται απίστευτα. Οταν κάναμε την “Υπόθεση: Καρλίτο”, ανυπομονούσα να αρχίσει το γύρισμα μόνο και μόνο για να τον βλέπω να περπατά ενώ γυρίζαμε τη σκηνή». – Brian De Palma

6

Ακόμα δύο οσκαρικές υποψηφιότητες και η πρώτη του βράβευση για το “Αρωμα Γυναίκας”, φέρνουν τον Pacino πίσω σε γνώριμα λημέρια αλλά υπό τελείως διαφορετικό πρίσμα. Ναι, ο Καρλίτο Μπριγκάντε είναι πάλι γκάνγκστερ, πάλι ισπανόφωνος, πάλι η ταινία είναι του Brian De Palma, αλλά αυτή τη φορά ο Pacino χρησιμοποιεί την εσωτερική του, σχεδόν μυστικιστική, ερμηνευτική τακτική του για να βγάλει μια κρυφή θλίψη και να εμφανίσει στην οθόνη έναν σκληρό σαν πέτρα αποφυλακισμένο παράνομο που προσπαθεί να επιστρέψει στον ίσιο δρόμο κι ας ξέρει ότι πρόκειται για ένα απατηλό όνειρο.

‘Ενταση | Heat (1995)

7

Λας Βέγκας, νύχτα. Ο ντετέκτιβ Βίνσεντ Χάνα μπαίνει σε μια σκοτεινή σουίτα ξενοδοχείου χτυπώντας την πόρτα με τις ανοιχτές παλάμες του και αντικρίζει τον σιχαμένο χαφιέ Αλαν Μαρτσάνο χωμένο ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας του υπόπτου του. Δέκα δευτερόλεπτα είναι αρκετά για να κάνει το γλοιώδες υποκείμενο να ξεσπάσει σε ασίγαστα κλάματα, εκτοξεύοντάς του ατάκες λες και είναι ο απόλυτος άρχοντας που εξουσιάζει όλους τους ανθρώπους της γης, για να καταλήξει σε ένα χαμόγελο που γεμίζει το πρόσωπό του με έξαλλες ρυτίδες εμπειρίας και να πει: «Αγριος δεν είμαι;» Ω ναι, ο εμμονικά ταγμένος στην σύλληψη του μεγαλοεγκληματία που κυνηγά, Al Pacino, είναι κάτι παραπάνω από άγριος: πλημμυρίζει την οθόνη με ένα παλιρροϊκό κύμα έντασης και η μία και μοναδική σκηνή που μοιράζεται με τον συμπρωταγωνιστή του, Robert de Niro, γραμμένη με τέτοιον εκλεπτυσμένο στα όρια της ποίησης διάλογο, καθιστούν την ταινία του Michael Mann ένα αριστούργημα-παρακαταθήκη στην κινηματογραφική ιστορία.


Donnie Brasco (1997)
«Είναι ένας από εκείνους τους ηθοποιούς που σου θυμίζουν πόσο σου αρέσει αυτό που κάνεις, τι ευχαρίστηση προσφέρει το να κάνεις αυτή τη δουλειά. Μου έδωσε έναν νέο σεβασμό γι’ αυτήν». – Johnny Depp

8

Σε αυτή τη βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα γκανγκστερική ιστορία, ο Pacino υποδύεται έναν ώριμο εκτελεστή που γίνεται φίλος με έναν νεαρό πράκτορα του FBI, ο οποίος υπό το ψευδώνυμο Ντόνι Μπράσκο, προσπαθεί να εισχωρήσει στον κόσμο της μαφίας για να ανακαλύψει στον πορεία πως περισσότερο ταυτίζεται με τη ζωή των μαφιόζων παρά με τη δική του. Η χημεία του Pacino με τον άλλης γενιάς νεότερο συμπρωταγωνιστή του, Johnny Depp, είναι εκθαμβωτική σε αυτή την έντονη και αιχμηρή ιστορία χαρακτήρων για τη φιλία, το έγκλημα και την εμπιστοσύνη, με την τελική αναπόφευκτη προδοσία να αποκτά ένα κάθε άλλο παρά τετριμμένο νόημα, ενώ ο Pacino κατορθώνει παίζοντας για ακόμα μία φορά έναν γκάνγκστερ να παραδώσει μια άνευ προηγουμένου στην καριέρα του ερμηνεία, αποδεικνύοντας και πάλι πόσο ασύγκριτος δεξιοτέχνης είναι όταν χάνεται ολοκληρωτικά μέσα σε έναν ρόλο.


Insomnia (2002)
«Θα μπορούσα να μοντάρω ολόκληρη την ταινία μόνο από την πρώτη λήψη κάθε σκηνής του. Από τεχνικής άποψης ήταν πάντα τέλεια. Αλλά στις επόμενες εξερευνούσε με διαφορετικούς και συναρπαστικούς τρόπους όλα τα επίπεδα που πρόσφερε το σενάριο. Ζητούσε να κάνουμε πολλές λήψεις της ίδιας σκηνής και κάθε φορά εξέπεμπε μια ενέργεια την οποία διαφοροποιούσε ανάλογα με το πλάνο ώστε να πετύχει ακριβώς την σωστή νότα που ήθελε. Αυτό μου πρόσφερε μοναδικές ευκαιρίες στο μοντάζ αλλά ταυτόχρονα είχα και την τεράστια ευθύνη να αποδώσω πιστά τις ερμηνευτικές του προθέσεις. Είναι ένας τεράστιος γνώστης της κινηματογραφικής τέχνης και έμαθα αμέτρητα πράγματα απ’ αυτόν». – Christopher Nolan

9

Σε αυτό το σκοτεινό και νευρικό ψυχολογικό θρίλερ του Christopher Nolan, ο Al Pacino υποδύεται τον Γουίλ Ντόρμερ, έναν καταξιωμένο ντετέκτιβ με ένοχη συνείδηση και διφορούμενη ηθική, ο οποίος πηγαίνει σε μια μικρή πόλη της Αλάσκας, όπου ο ήλιος δε δύει ποτέ, για να εξιχνιάσει το φόνο ενός κοριτσιού. Η σιωπηλή και λιτή ερμηνεία του τραχύ αστυνόμου που αντιμετωπίζει μια κατάσταση μόνιμης αϋπνίας στολίζει την ταινία με μια αίσθηση αδιάκοπης εξάντλησης, τόσο σωματικής όσο και υπαρξιακής.


Ο Ιρλανδός | The Irishman (2019)
«Αλ, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια έχουμε κλέψει ρόλους ο ένας απ’ τον άλλον. Αλλοι προσπάθησαν να μας συγκρίνουν, άλλοι να μας στρέψουν ενάντια τον ένα στον άλλον, και άλλοι να μας διαλύσουν τον καθένα ξεχωριστά. Ειλικρινά δεν έχω βρει ποτέ αιτία για μεταξύ μας σύγκριση. Είμαι ξεκάθαρα πιο ψηλός από σένα, έχω τον αέρα του πρωταγωνιστή περισσότερο από σένα. Με κάθε ειλικρίνεια, ενδεχομένως να είσαι ο τελειότερος ηθοποιός της γενιάς μας – με πιθανή εξαίρεση, εμένα». – Robert De Niro

10

Μοιάζει απίστευτο το ότι χρειάστηκε να έρθει το 2019 για να δούμε τη συνάντηση τριών θρύλων που έχουν εντρυφήσει στο γκανγκστερικό είδος, Al PacinoRobert De NiroMartin Scorsese, σε μία ταινία. Παρότι ο ‘Ιρλανδός’ του τίτλου είναι ο ενδοσκοπικός και λιγομίλητος Φρανκ Σίραν του Robert de Niro, η ταινία ανήκει εξίσου στον Al Pacino και τον επιθετικό, μάστερ στους τακτικιστικούς ελιγμούς, ηγέτη των συνδικαλιστών με συνδιαλλαγές με τη μαφία, Τζίμι Χόφα του. Ελάχιστοι μπορούν να παίξουν έναν τέτοιο ευερέθιστο χαρακτήρα που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης με τον τρόπο που το κάνει ο Pacino, στην καλύτερή του εμφάνιση εδώ και πολλά χρόνια. Συμπορευόμενος με τις ερμηνευτικές δυνάμεις του De Niro και του Joe Pesci, παραδίδει ένα ξεχωριστό πορτρέτο ενός άντρα δεμένο με τις απαίσιες επιλογές που έχει κάνει στη ζωή του.

Ο Al Pacino μπήκε αισίως στην ένατη δεκαετία της ζωής του και δείχνει το ίδιο ακμαίος και ορεξάτος σαν την πρώτη του μέρα στην υποκριτική. Το επόμενο ερμηνευτικό του βήμα είναι τον φέρνει ξανά σε μια συνεργασία με τον σκηνοθέτη Michael Radford, με τον οποίο είχαν συνεργαστεί το 2004 για την κινηματογραφική διασκευή του “Εμπορου της Βενετίας”, αυτή τη φορά για να μας χαρίσουν έναν ακόμα μεγαλειώδη ρόλο στο ανεξάντλητο ερμηνευτικό του εύρος: αυτόν του “Βασιλιά Λιρ”, έναν ρόλο όνειρο και πρόκληση για κάθε ηθοποιό του βεληνεκούς του τιτάνα που ακούει στο όνομα Al Pacino.

Ορέστης Μαλτέζος

 

Μοιρασθείτε το: