Το απαγορευμένο ντοκιμαντέρ για τον Yves Saint Laurent κυκλοφόρησε, 18 χρόνια μετά

Ηταν 1998 όταν ο Pierre Bergé, πρώην σύντροφος και μόνιμος συνεργάτης του Yves Saint Laurent, προσέγγισε τον νεαρό Γάλλο σκηνοθέτη Olivier Meyrou κατά την προβολή μιας ταινίας του και τον ρώτησε αν θα ήθελε να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ γύρω από τον Saint Laurent και τον θρυλικό οίκο υψηλής ραπτικής του. «Ηταν μια πολύ ιδιαίτερη χρονική στιγμή» είπε ο Meyrou σε συνέντευξή του στο περιοδικό AnOther. «Το τέλος έμοιαζε να πλησιάζει. Νομίζω πως ήθελε μια τελευταία παρουσίαση του οίκου προτού κλείσει, και όταν μου πρόσφερε αυτή την ευκαιρία είπα αμέσως το ναι, παρότι δεν ήξερα τίποτα για την βιομηχανία της μόδας. Ο Saint Laurent ήταν μια μυθική φιγούρα και ήθελα να δείξω τον άνθρωπο, με σάρκα και οστά, πίσω από την μεγαλοφυία».

Ο Meyrou πέρασε τα επόμενα τρία χρόνια καταγράφοντας τη ζωή μέσα στο ατελιέ της Λεωφόρου Marceau, παρατηρώντας καθώς ο Saint Laurent που αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα υγείας, ετοίμαζε τις τελευταίες του κολεξιόν υψηλής ραπτικής και προετοιμαζόταν για μια σειρά από γεγονότα-ορόσημα της καριέρας του, όπως την εντυπωσιακή πασαρέλα-ρετροσπεκτίβα των δημιουργιών του στον τελικό του Παγκόσμιου Κύπελλου Ποδοσφαίρου του 1998 που διεξήχθη στη Γαλλία, και το Βραβείο Συνολκής Προσφοράς που του απονεμήθηκε στα CFDA Fashion Awards το 1999. Τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ ολοκληρώθηκαν το 2001, ένα χρόνο πριν ο Yves Saint Laurent αποσυρθεί, αλλά η επερχόμενη δικαστική διαμάχη που ξεκίνησε ο Bergé, οδήγησε στην απαγόρευση της προβολής του ντοκιμαντέρ. Προβλήθηκε τελικά στους κινηματογράφους της Βρετανίας πριν από τρεις μήνες, 18 ολόκληρα χρόνια μετά τη δημιουργία του.

Το πέρασμα του χρόνου δεν έχει ξεθωριάσει το αντίκτυπο της κινηματογράφησης του ντοκιμαντέρ, που παρουσιάζει εύστοχα και με ουσία τα τελευταία χρόνια του «τελευταίου από τους σπουδαίους Γάλλους μόδιστρους».

2

«Ο οίκος ήταν σαν μια μίνι-εκδοχή της Γαλλίας του πρώιμου 20ου αιώνα. Υπήρχαν οι εργάτες, οι δισεκατομμυριούχοι, οι δημιουργοί, όλοι κάτω από την ίδια στέγη», λέει ο Meyrou. «Τα γραφεία ήταν σε Napoleon III-style, (ένα στιλ που συνδύαζε στοιχεία από πολλές διαφορετικές εποχές κάνοντας παράλληλα χρήση μοντέρνων υλικών), και ο τρόπος που όλοι κινούνταν, μιλούσαν και αλληλεπιδρούσαν έμοιαζε να προέρχεται από διαφορετικές εποχές, σαν ταινία του Jean Renoir. Η δημιουργικότητα ήταν το επίκεντρο κάθε απόφασης. Ολα βασίζονταν πάνω στο όραμα του Yves Saint Laurent.

Η ταινία ρίχνει μια ζωντανή ματιά μέσα στο πολύβουο αυτό κέντρο δημιουργίας, εστιάζοντας στους αφανείς ήρωες που πραγματοποιούσαν με τρομακτική επιμέλεια τα σχέδια του Saint Laurent και βασανίζονταν αμέτρητες ώρες με την τελειοποίηση κάποιας φόδρας που θρόιζε ή κάποιου ελαττωματικά ραμμένου βελούδου, αναγνωρίζοντας παράλληλα την προσφορά και των υπόλοιπων γραναζιών αυτής της καλοκουρδισμένης μηχανής όπως της επίσης σχεδιάστριας μόδας και υπεύθυνης της γραμμής των αξεσουάρ του οίκου, Loulou de la Falaise, αλλά και του αγαπημένου γαλλικού μπουλντόγκ του Saint Laurent, Moujik. Η εμβάθυνση όμως πάνω στη σχέση του Bergé με τον Saint Laurent, τόσο σαν ανεξάρτητα άτομα αλλά και ως συλλογική δύναμη, είναι που καθιστά το ντοκιμαντέρ τόσο αξιομνημόνευτο.

Ο Bergé καταλαμβάνει περισσότερο χρόνο στο ντοκιμαντέρ απ’ ότι ο υπερβολικά ντροπαλός μπροστά στον φακό Saint Laurent. Περιφέρεται ολόγυρα δίνοντας διαταγές, επιπλήττοντας το προσωπικό, και βεβαιώνοντας ότι όλα είναι στο ύψος του επιπέδου του Saint Laurent, το οποίο γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον. Δεν φοβάται να δώσει οδηγίες ακόμα και στον πρώην εραστή του. Κα3θώς ο Saint Laurent προβάρει το λόγο που θα εκφωνήσει στα CFDA Fashion Awards, ο Bergé του λέει να μην «καμπουριάζει σαν ραμολιμέντο». Παρ’ όλα αυτά, όπως δηλώνει ο Meyrou, η σχέση τους δεν ήταν χειριστική.

«Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, φανταζόμουν συχνά τι μπορεί να είχε συμβεί το πρώτο βράδυ που γνωριστήκανε, όταν ο Saint Laurent ήταν 26 και ο Bergé 32. Πιθανότατα έκαναν έρωτα και μετά, όπως το βλέπω στη φαντασία μου και θεωρώ πως είναι κοντά στην αλήθεια, ξύπνησαν το επόμενο πρωί και ο Pierre είπε στον Yves, ‘Είσαι ο σπουδαιότερος σχεδιαστής του πλανήτη και ο κόσμος θα το μάθει αυτό’. Αυτή ήταν η κοινή τους αποστολή. Τα επόμενα χρόνια ο Bergé είχε γίνει το απόλυτο στήριγμα του Saint Laurent, αλλά ήταν πάντα ο Saint Laurent που είχε τον τελευταίο λόγο. Σωματικά, ήταν ο πιο αδύναμος άνθρωπος που εργαζόταν στον οίκο, αλλά εξέπεμπε μια πολύ ισχυρή ενέργεια».

Παρότι μεταφέρει την λεπτομερέστατη οπτική του Saint Laurent και την λατρεία που προκαλούσε στους άλλους, η ταινία τον παρουσιάζει με έναν μελαγχολικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστος και προβληματισμένος. Το 1999, σε μια συνέντευξή του στο Le Figaro, εκφράζει μια επιθυμία να απελευθερωθεί από «τους απαίσιους φόβους και τα άγχη του», αλλά αυτό, όπως βλέπουμε, είναι αδύνατον.

4

«Μίλησα με τον Saint Laurent μόνο τρεις φορές κατά τα γυρίσματα», λέει ο Meyrou. «Ηταν πολύ εντυπωσιακός αλλά κλεισμένος μέσα στον κόσμο του, ήταν σχεδόν απροσπέλαστος. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τον παρατηρώ, σαν να έκανα ντοκιμαντέρ για την άγρια φύση». Αρχειακό υλικό δείχνει τον σχεδιαστή χαμένο στις ονειροπολήσεις του καπνίζοντας τσιγάρα, να σχεδιάζει ή να μιλά με το προσωπικό του, όλα με έναν αέρα απομόνωσης και αποστασιοποίησης. Ο πειραματικός ήχος του ντοκιμαντέρ από τον αποθανόντα συνθέτη François-Eudes Chanfrault παρέχει ένα στοιχειωμένο μουσικό background στις σκηνές της ταινίας. «Θέλαμε να αναπαραστήσουμε τη μουσική που μπορεί να άκουγε μέσα στο κεφάλι του», λέει ο Meyroux.

Οσο για την αιτία που ο Bergé θέλησε να αποτυπώσει στο φιλμ τις βασανιστικές τάσεις απομόνωσης του Saint Laurent, ο Meyrou έχει τη δική του θεωρία. «Ο Saint Laurent ήταν μια τραγική φιγούρα. Από τα παιδικά του χρόνια στη βόρεια Αλγερία, ήθελε να σχεδιάζει ρούχα, να γίνει διάσημος, να βλέπει το όνομά του σε κατάστημα της Champs-Élysées. Πάλεψε πολύ με την ομοφυλοφιλία και τη θηλυπρέπειά του, σε τέτοιες εποχές. Νομίζω πως η επιθυμία του για διασημότητα ήταν κατά ένα μέρος και μια διάθεση για εκδίκηση. Οπως λέει όμως και ο Bergé στην ταινία, πλήρωσε μεγάλο τίμημα για την επίτευξη των ονείρων του. Αλλά ο Bergé και ο Saint Laurent δεν φοβόντουσαν την τραγωδία. Ηταν και οι δύο λάτρεις της όπερας και αγκάλιαζαν αυτή την οπερατική διάσταση της ζωής τους. Επίσης ο Bergé είχε πάθει μια εμμονή να διατηρήσει την υστεροφημία τους, και να αναγνωριστεί ο καθοριστικός ρόλος που έπαιξε στην ιστορία του Saint Laurent. Είχε αυτό το χαρακτηριστικό γαλλικό ‘μεγαλείο’ μέσα του».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Bergé έκανε μήνυση στον Meyrou, απαγορεύοντας ουσιαστικά την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ, χωρίς καν να το έχει δει. Τελικά αποφάσισε να το δει το 2015, επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Saint Laurent, και δύο χρόνια πριν τον δικό του, επιτρέποντας έκτοτε την προβολή του. «Δεν νομίζω πως είχε καταλάβει τι σημαίνει η δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ», εξηγεί ο Meyrou. «Ηταν συνηθισμένος στο να διευθύνει εκείνος τα πάντα. Να ελέγχει οτιδήποτε αφορούσε τη δημόσια εικόνα του Saint Laurent και όταν του είπα ότι δεν μπορεί να εμπλακεί στο μοντάζ και στην αφήγηση της ταινίας, δεν του άρεσε. Επίσης νομίζω πως ήξερε μέσα του πως αυτό που καταγράφαμε ήταν το τέλος και ήταν πολύ νωρίς για τον ίδιο να το αποδεχτεί».

Το ντοκιμαντέρ με τίτλο “Celebration” ή όπως ονομάστηκε τελικά στη Βρετανία, “Yves Saint Laurent: The Last Collections” κυκλοφόρησε επισήμως στους κινηματογράφους στις 30 Οκτωβρίου 2019 και πλέον αποτελεί τμήμα της ταινιοθήκης της streaming πλατφόρμας MUBI.

Ορέστης Μαλτέζος